ραβδοσκοπία

ραβδοσκοπία
Μέσο για την ανακάλυψη υπογείων στρωμάτων νερού ή και κοιτασμάτων μεταλλεύματος, με χρησιμοποίηση μικρού διχαλωτού ραβδιού, που κρατιέται ελαφρά και κάνει παλμικές κινήσεις. Τις κίνησεις αυτές τις νιώθει εκείνος που κρατάει το ραβδί, τη στιγμή που περνάει πάνω από υπόγεια κοιτάσματα νερού ή άλλων ορυκτών. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε ορισμένα μόνο άτομα και οφείλεται σε ηλεκτρομαγνητικά κύματα ειδικά για κάθε σώμα, που μπορούν να ερεθίζουν το νευρικό σύστημα των ραβδοσκόπων.
* * *
η, Ν
επισήμανση, ανακάλυψη πηγών και υπόγειων υδροφόρων οριζόντων, καθώς και η ανίχνευση μετάλλων στη φυσική τους κατάσταση και θησαυρών, με τη βοήθεια μικρής ράβδου ή ενός εκκρεμούς, από άτομα που έχουν αναπτυγμένες ραδιαισθαντικές ικανότητες, αλλ. ραβδομαντεία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ραβδοσκοπία — η η μαντεία με τη βοήθεια ραβδιού, η επισήμανση αντικειμένων που βρίσκονται βαθιά στη γη και κυρίως νερού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ραβδοσκοπικός — ή, ό, Ν [ραβδοσκόπος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη ραβδοσκοπία ή στον ραβδοσκόπο ή αυτός που γίνεται με ραβδοσκοπία («ραβδοσκοπική έρευνα») …   Dictionary of Greek

  • ορυχείο — Σύνολο εργοταξίων, υπόγειων ή επιφανειακών, τα οποία, με τις μηχανικές εγκαταστάσεις τους, έχουν προορισμό την ανόρυξη και την εξαγωγή χρήσιμων ορυκτών. Η επεξεργασία στην οποία υποβάλλεται η μάζα του πετρώματος λέγεται εκμετάλλευση του ορυκτού.… …   Dictionary of Greek

  • ραβδομαντεία — η / ῥαβδομαντεία, ΝΜΑ, και ραβδομαντία Ν μαντεία που γίνεται με τη χρήση ράβδου αλλ. ραβδοσκοπία αρχ. μορφή κληρομαντείας στην οποία ως κλήρους χρησιμοποιούσαν μικρά ραβδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥάβδος + μαντεία] …   Dictionary of Greek

  • ραβδοσκοπώ — έω, Ν [ραβδοσκόπος] ενεργώ ραβδοσκοπία, είμαι ραβδοσκόπος …   Dictionary of Greek

  • ραβδοσκόπος — ο, η, Ν αυτός που με τη βοήθεια μικρής ράβδου προσπαθεί να επισημάνει νερό ή μετάλλευμα μέσα στη γη, πρόσωπο που ασκεί ραβδοσκοπία, ραβδομάντης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ράβδος + σκόπος (< σκοπός < σκέπτομαι), πρβλ. ωρο σκόπος] …   Dictionary of Greek

  • ραβδομαντεία — η ραβδοσκοπία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”